αποκρύβω


αποκρύβω
αποκρύβω, απέκρυψα (σπάν. απόκρυψα) βλ. πίν. 7 και πρβλ. αποκρύπτω

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκρύβω — βλ. αποκρύπτω …   Dictionary of Greek

  • αποκρύβω — υψα, ύφτηκα, κρυμμένος, κρατώ κάτι μυστικό, δε φανερώνω, κρύβω: Οι μάρτυρες δε θέλησαν να αποκρύψουν την αλήθεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποκρυβῶ — ἀποκρύπτω hide from aor subj pass 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκρύβω — ἀποκρύπτω hide from pres subj act 1st sg ἀποκρύπτω hide from pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρύβω — και κρύπτω και κρύφτω (AM κρύπτω και κρύβω, Μ και κρύβγω, Α και κρύφω) 1. καλύπτω κάτι έτσι ώστε να μη φαίνεται, σκεπάζω (α. «προσπάθησε να κρύψει τη γύμνια του με ένα σεντόνι» β. «κεφαλὰς δὲ παναίθησιν κορύθεσσι κρύψαντες», Ομ. Ιλ. γ. «ὑφ… …   Dictionary of Greek

  • προκαλύπτω — ΝΑ [καλύπτω] κρεμώ κάτι μπροστά από κάτι άλλο ως κάλυμμα νεοελλ. 1. προφυλάγω κάτι αποκρύβοντάς το 2. στρ. προφυλάσσω, υπερασπίζω κάτι με προκάλυψη αρχ. 1. μέσ. προκαλύπτομαι α) βάζω επάνω μου κάτι ως κάλυμμα («πέπλων... προυκαλύπτετ εὐπήνους… …   Dictionary of Greek

  • αποκρύπτω — 1 απέκρυψα βλ. πίν. 11 2 → δες αποκρύβω …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καπακώνω — καπάκωσα, καπακώθηκα, καπακωμένος 1. σκεπάζω κάτι με το καπάκι του: Καπάκωσε το δοχείο αυτό να μην πηγαίνουν μύγες. 2. συγκαλύπτω, αποκρύβω: Την καπάκωσαν την υπόθεση. 3. καταφέρνω να υπερισχύω άλλου με διάφορους τρόπους: Τους καπάκωσε με την… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)